ήττα


ήττα
[итта] ουσ. Θ. поражение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ήττα" в других словарях:

  • ήττα, η — ήττα, η, 1. άτυχη έκβαση κάποιου αγώνα: Αυτό το κόμμα έπαθε δεινή ήττα στις εκλογές. 2. απώλεια κάποιας μάχης: Οι Πέρσες έπαθαν μεγάλη ήττα στη Σαλαμίνα από τους Έλληνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἥττᾳ — ἥττᾱͅ , ἧσσα defeat fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήττα — η (AM ἧττα, και παλαιότ. αττ. τ. ήσσα) 1. αποτυχία, καταστροφή στον πόλεμο, ατυχής έκβαση μάχης 2. ατυχής, αποτυχημένη έκβαση ενός αγώνα, μιας προσπάθειας ή μιας επιχείρησης («ήττα στις εκλογές») αρχ. 1. υποχώρηση σε κάτι, εξασθένηση τής… …   Dictionary of Greek

  • ἡττᾷ — ἡσσάομαι to be less pres subj mp 2nd sg (attic) ἡσσάομαι to be less pres ind mp 2nd sg (attic epic) ἡττάω to be less pres subj mp 2nd sg ἡττάω to be less pres ind mp 2nd sg (epic) ἡττάω to be less pres subj act 3rd sg ἡττάω to be less pres ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἧττα — ἧσσα defeat fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥτταν — ἥττᾱν , ἡττάω to be less imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἥττᾱν , ἡττάω to be less imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἥττᾱν , ἡττάω to be less imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἥττᾱν , ἡττάω to be less imperf ind act 1st sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥττας — ἥττᾱς , ἧσσα defeat fem acc pl (attic) ἥττᾱς , ἧσσα defeat fem gen sg (attic doric aeolic) ἥττᾱς , ἡττάω to be less imperf ind act 2nd sg ἥττᾱς , ἡττάω to be less imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡττάσθω — ἡττά̱σθω , ἡσσάομαι to be less pres imperat mp 3rd sg (attic) ἡττά̱σθω , ἡττάω to be less pres imperat mp 3rd sg ἡττά̱σθω , ἡττάω to be less perf imperat mp 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡττάσθωσαν — ἡττά̱σθωσαν , ἡσσάομαι to be less pres imperat mp 3rd pl (attic) ἡττά̱σθωσαν , ἡττάω to be less pres imperat mp 3rd pl ἡττά̱σθωσαν , ἡττάω to be less perf imperat mp 3rd pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥτταται — ἥττᾱται , ἡττάω to be less perf ind mp 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)